Σάββατο 16 Ιουνίου 2018

Σαν σήμερα ξεκίνησε ο Β' Βαλκανικός πόλεμος.

image004

Γράφει η Σοφία Τ.


Ο Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος ήταν ένοπλη σύγκρουση(16-18/07/1913) που ξέσπασε σχεδόν αμέσως μετά τη λήξη του Α’ Βαλκανικού Πολέμου(30/09/1912-30/05/1913). Διεξήχθη ανάμεσα στην Βουλγαρία και τις υπόλοιπες χώρες του βαλκανικού συνασπισμού(με τις οποίες είχε συμμαχήσει στον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο) τη Σερβία και την Ελλάδα. Κατά της Βουλγαρίας στράφηκαν η Ρουμανία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Η διαφορά με τον 1ο πόλεμο: η Βουλγαρία πολέμησε τους πρ. συμμάχους της για να πετύχει ευνοϊκότερη διανομή των ευρωπαϊκών εδαφών που αποσπάστηκαν από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στον προηγούμενο πόλεμο. Ο Β’ Βαλκανικός Πόλεμος τελείωσε με επικράτηση της Σερβίας και της Ελλάδας, οι οποίες πέτυχαν σημαντικές νίκες στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας και των Κ Βαλκανίων. Με την βουλγαρική ήττα αποκρούστηκαν και οι βλέψεις για τη δημιουργία μιας Μεγάλης Βουλγαρίας. Η Ρουμανία απέσπασε την πρ. βουλγαρική Dobrudzha, ενώ η Οθωμανική Αυτοκρατορία ανακατέλαβε την περιοχή της Αδριανούπολης. Λίγους μήνες μετά τη λήξη του Β’ Βαλκανικού Πολέμου ακολούθησε ο Α’ ΠΠ(1914-8) που θα έβαζε και πάλι τα βαλκανικά κράτη σε πολεμικές περιπέτειες.

  ΑΙΤΙΑ Κύριο αίτιο του πολέμου: η διανομή των νεοαποκτηθέντων από τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο πρ. οθωμανικών εδαφών. Μεταξύ των μελών του βαλκανικού συνασπισμού-ιδιαίτερα μεταξύ Βουλγαρίας και Σερβίας και Ελλάδας-, είχαν ενσκήψει σοβαρές διαφορές. Αν και Σερβία και Βουλγαρία είχαν συνάψει συμφωνία διανομής, η Σερβία έπαψε να την αναγνωρίζει λόγω του ότι τμήμα του προβλεπόμενου μεριδίου της γινόταν ανεξάρτητη Ηγεμονία(Αλβανία), μη αποκτώντας διέξοδο στην Αδριατική, περιοριζόμενη από Δ. Η Βουλγαρία όμως επέμενε στα συμφωνηθέντα εδάφη. Αντίθετα με την Ελλάδα δεν υπήρξε καμία συμφωνία διανομής, η μεν Σερβία αναγνώριζε τα δικαιώματα κατοχής του ελληνικού στρατού(Πρωτόκολλο Αθηνών(1913)), γνωστό και ως Πρωτόκολλο Κορομηλά-Boschkovitch, ενώ η Βουλγαρία επεδίωκε την έξωση των Ελλήνων από τα εδάφη αυτά, για να ιδρύσει την προβλεπόμενη Μεγάλη Βουλγαρία της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου(1877-8). Τα βουλγαρικά στρατεύματα κατά τον χρόνο που είχαν καταλάβει την Α Μακεδονία διέπραξαν εγκλήματα κατά των(αλλοθρήσκων) Τούρκων κατοίκων. Τους(ομόθρησκους) Έλληνες και Σέρβους κατοίκους ανάγκαζαν να υπαχθούν εκκλησιαστικά στη Βουλγαρική Εξαρχία, να χρησιμοποιούν τη βουλγαρική γλώσσα και να εκβουλγαρίζουν τα ονοματεπώνυμά τους. Στις Σέρρες προχώρησαν και σε αλλαγή των καταλήξεων των ονομάτων στους τάφους στο νεκροταφείο της πόλης. Στη γραμμή επαφής των στρατευμάτων οι Βούλγαροι συνεχώς χρησιμοποιούσαν μεθόδους συνεχούς διείσδυσης με συνέπεια ν’ ακολουθούν συγκρούσεις. Βλέποντας τότε η Σερβία και η Ελλάδα τη Βουλγαρία ως κοινό κίνδυνο συνδέθηκαν(19/05-01/06/1913) με αμυντική συμφωνία γνωστή ως Συνθήκη συμμαχίας Θεσσαλονίκης. Έτσι η Βουλγαρία υπό την πεποίθηση της πολιτικής και στρατιωτικής της ηγεσίας στην υπεροχή του βουλγαρικού στρατού και στις στρατηγικές ικανότητές του πήρε την απόφαση της αιφνιδιαστικής ομόχρονης επίθεσης κατά των τότε θέσεων του Σερβικού και Ελληνικού στρατού. Ορισμένοι ιστορικοί καταλογίζουν ένα μέρος της ευθύνης αυτής στην «υπερβολικά διαλλακτική» στάση της ελληνικής κυβέρνησης έναντι της Βουλγαρίας στη διάρκεια των προστριβών που προηγήθηκαν του πολέμου, που ενδεχομένως δημιούργησε την εντύπωση στο βουλγαρικό στρατηγείο πως μια βίαιη ενέργεια θα δημιουργούσε τετελεσμένα γεγονότα τα οποία οι Μεγάλες Δυνάμεις επεμβαίνοντας κατευναστικά θα αποδέχονταν. Η Αυστρία υποστήριζε τις διεκδικήσεις της Ρουμανίας στη Βουλγαρική Δοβρουτσά με αντάλλαγμα την παραχώρηση της Θεσσαλονίκης στη Βουλγαρία. Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, η ανάληψη της εξουσίας από τους Νεότουρκους υπό την ηγεσία των Εμβέρ Πασά και Ταλαάτ Πασά μετά την παραίτηση των φιλελευθέρων, προοιώνιζαν δυσάρεστες εκπλήξεις για το μέλλον.

ΥΨΗΛΟΙ ΤΟΝΟΙ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ Στην Βουλγαρία σχηματίστηκε(14/06) νέα κυβέρνηση υπό τον Stoyan Danev. Αν και ρωσόφιλος, στις νέες συγκυρίες της εποχής εκείνης υποχώρησε στις πιέσεις φιλοπόλεμων στρατιωτικών κύκλων. Ο Υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας κάλεσε(15/06) τους πρωθυπουργούς των χριστιανικών βαλκανικών κρατών σε διάσκεψη στην Πετρούπολη, υπό την διαιτησία του Τσάρου για την εξομάλυνση των διαφορών. Η βουλγαρική πλευρά έθεσε υπερβολικούς όρους στις συνομιλίες, η ρουμανική πλευρά δήλωνε ότι σε περίπτωση που διασπαστεί οριστικά η βαλκανική συμμαχία θα εισέλθει στον πόλεμο για να εξασφαλίσει τα συμφέροντά της στα διαφιλονικούμενα εδάφη με την Βουλγαρία. Η βουλγαρική πολιτική καθοριζόταν περισσότερο από το υπουργείο πολέμου και τους στρατιωτικούς κύκλους και όχι από τον πρωθυπουργό. Έτσι, ο στρατηγός Mihail Savov επικαλούμενος την εξάντληση του στρατού του, επέδωσε τελεσίγραφο(21/06) στον Βούλγαρο πρωθυπουργό να αποσαφηνίσει άμεσα τη θέση του: πόλεμος ή αποστράτευση. Ο βασιλιάς της Βουλγαρίας Φερδινάνδος, τασσόμενος με τις πληροφορίες του Savov συνηγόρησε υπέρ της στρατιωτικής λύσης. Έτσι ήταν όλα έτοιμα για την επικείμενη σύγκρουση.

ΑΝΤΙΠΑΛΟΙ ΕΛΛΑΔΑ Στον Β’ Βαλκανικό πόλεμο ο ελληνικός στρατός είχε αυξηθεί κατά πολύ με εκγυμνάσεις και νεότερων κλάσεων και της παρένταξης αυτών σε παλαιότερες μονάδες. Το Γενικό Επιτελείο είχε οργανώσει ακόμη μια μεραρχία τη 10η, από 8 αρχικά σε 9 περί το τέλος του πολέμου. Έτσι ο ελληνικός στρατός που είχε ταχθεί υπό την αρχιστρατηγία του Βασιλέως Κωνσταντίνου του Α’ με επιτελάρχη τον συνταγματάρχη Β. Δούσμανη: Η συνολική δύναμη του ελληνικού στρατού ανέρχονταν σε πεζικό: 118.000, ιππικό: 1000 και 176 Πυροβόλα όπλα.

ΣΕΡΒΙΑ Ο Σερβικός στρατός όπως και ο Ελληνικός είχε ενισχυθεί ιδιαίτερα με την είσοδο νεότερων κλάσεων με παρένταξη αυτών σε υπάρχουσες μονάδες, αποφεύγοντας όμως να δημιουργήσει νέες. Ενισχύθηκε και από μια μεραρχία (12.000 άνδρες) από το Βασίλειο του Μαυροβουνίου. Έτσι ο σερβικός στρατός που είχε ταχθεί υπό την αρχιστρατηγία του Βασιλιά Πέτρου Α’ με επιτελάρχη τον Βοεβόδα Radomir Putnik συγκροτούνταν από τις εξής 11 μεραρχίες και μια ταξιαρχία. Η συνολική δύναμη του σερβικού στρατού ήταν πεζικό: 260.000, ιππικό: 3000 και 500 πυροβόλα όπλα.

ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ Και η δύναμη του βουλγαρικού στρατού είχε αυξηθεί σημαντικά. Εκτός της εκγύμνασης πολλών νεότερων κλάσεων κλήθηκαν και πολλές κλάσεις εθνοφρουράς από τις οποίες και δημιουργήθηκαν 4 νέες μεραρχίες: 12η, 13η, 14η και 15η. Ο βουλγαρικός στρατός είχε ταχθεί υπό την αρχιστρατηγία του Βασιλέως Φερδινάνδου με βοηθό τον στρατηγό Mihail Savov(ως 21/06), όταν ανέλαβε ο στρατηγός Radko Dimitriev. Αυτοί ήταν και οι πραγματικοί αρχιστράτηγοι με γενικό επιτελάρχη τον στρατηγό Vitsev. Η συνολική δύναμη του βουλγαρικού στρατού ξεπερνούσε τις 576,878 με 1,116 πυροβόλα. Ο βουλγαρικός στρατός υπερείχε συντριπτικά της αντίπαλης συμμαχίας Ελλήνων και Σέρβων σε άνδρες και σε πυροβολικό. Αυτή σε συνδυασμό με το βουλγαρικό μεγαλοϊδεατισμό που είχε δημιουργήσει η παλαιότερη, κατά 35 χρόνια, συνθήκη του Αγίου Στεφάνου ήταν αυτές που οδήγησαν τη Βουλγαρία στη τυχοδιωκτική απόφαση να στρέψει τα όπλα της κατά των συμμάχων της, σ’ έναν ακήρυχτο αλλά αιφνίδιο πόλεμο.

ΠΟΛΕΜΟΣ Η κύρια βουλγαρική επίθεση κατά τον Σέρβων πραγματοποιήθηκε με τις 1η, 3η, 4η και 5η μεραρχίες. Η 2η κατευθύνθηκε κατά ελληνικών θέσεων στην Θεσσαλονίκη. Οι Βούλγαροι ήταν λιγότεροι σε αριθμό όσον αφορά τις επιχειρήσεις κατά του ελληνικού στρατού. Η ασθενής επίθεσή στη Νιγρίτα απωθήθηκε αλλά μετατράπηκε σε αμυντικό αγώνα σε ολόκληρο το μέτωπο(από 19/06). Οι βουλγαρικές δυνάμεις γρήγορα υποχώρησαν Β και οχυρώθηκαν μεταξύ Κιλκίς και Στρυμώνα. Ο βουλγαρικός στρατός ταυτόχρονα επιτέθηκε και στους Σέρβους, στη Γευγελή. Οι σερβικές δυνάμεις αρχικά αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν μπροστά στη βουλγαρική επίθεση, η οποία αποσκοπούσε να καταλάβει το Krivolak για να αποκόψει την επαφή Ελλήνων και Σέρβων. Γρήγορα κατόρθωσαν να σταματήσουν τη βουλγαρική προέλαση και να εισέλθουν σε βουλγαρικό έδαφος. Η σερβική αντεπίθεση ήταν ορμητική και σύντομα ο σερβικός στρατός κατάφερε να καταλάβει βασικούς αντικειμενικούς του στόχους. Ταυτόχρονα, στην Θεσσαλονίκη, με την βοήθεια της κρητικής χωροφυλακής και των κατοίκων της πόλης, αιχμαλωτίστηκαν οι βουλγαρικές μονάδες που είχαν στρατοπεδεύσει πριν την έναρξη των επιχειρήσεων.

ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗ ΥΠΟΧΩΡΗΣΗ Η 2η βουλγαρική στρατιά υπό τον Ivanov ήταν παρατεταγμένη στη γραμμή Δοϊράνη-Κορώνεια-Βόλβη. Σύμφωνα με τη επίσημη βουλγαρική έκθεση επιχειρήσεων(1932) η δύναμή της αριθμούσε 108.000 στρατιώτες σύμφωνα με μεταγενέστερη έκδοση(1941) 80.000 και 175 πυροβόλα. Οι Βούλγαροι είχαν οχυρωθεί σε στρατηγικές τοποθεσίες. Στο Κιλκίς είχαν κατασκευάσει ισχυρές οχυρώσεις. Η 2η, 4η και 5η ελληνική μεραρχία ξεκίνησε(03/07) την επίθεση, υποστηριζόμενη από πυροβολικό. Παρόλο που υπήρξαν σημαντικές απώλειες κατάφεραν να προωθηθούν. Η 7η μεραρχία κατέλαβε τη Νιγρίτα και η 1η και 6η τον Λαχανά. Το Δ άκρο του μετώπου, στους Ευζώνους καταλήφθηκε ύστερα από έφοδο, απειλώντας όποια ενέργεια για βουλγαρική υποχώρηση. Από φόβο κυκλωτικής ενέργειας το βουλγαρικό επιτελείο διέταξε σύμπτυξη η οποία μετατράπηκε εν μέρει και σε άτακτη υποχώρηση. Οι βουλγαρικές ενισχύσεις καθυστέρησαν να μεταβούν στο μέτωπο. Οι ελληνικές δυνάμεις κατέλαβαν(05/07) την Δοϊράνη, όμως δεν κατάφεραν να κυκλώσουν τον βουλγαρικό στρατό. Στη συνέχεια με συνδυασμένες ελληνοσερβικές ενέργειες, οι Βούλγαροι απωθήθηκαν(11/07) προς Β, κατά μήκος του π. Στρυμόνα. Κατά την διάρκεια των επιχειρήσεων απελευθερώθηκαν από τον ελληνικό στρατό, Σιδηρόκαστρο, Σέρρες. ελληνικές δυνάμεις προωθήθηκαν βαθιά στο βουλγαρικό έδαφος, ακόμα και σε εδάφη της «Παλαιάς Βουλγαρίας»(1878-1912), απειλώντας την Σόφια από Ν.

ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗ ΗΤΤΑ ΚΑΙ ΛΗΞΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΩΝ Όταν ο σερβικός στρατός σταμάτησε τις επιχειρήσεις, ο διάδοχος Κωνσταντίνος πιστεύοντας ότι οι Βούλγαροι είχαν ηττηθεί συνέχισε την προέλαση του Ελληνικού Στρατού Β παρά τις αντιρρήσεις του Βενιζέλου για να συντρίψει και ταπεινώσει τους Βουλγάρους. Οι ελληνικές δυνάμεις προωθήθηκαν στα στενά της Kresna(24/07). Ταυτόχρονα, οι Βούλγαροι μετέφεραν δυνάμεις από το Σερβικό μέτωπο ενώ οι ελληνικές δυνάμεις προήλασαν κατά μήκος του π. Στρυμόνα διαδοχικά από Kresna σε Simitli και τελικά έφτασαν στην Dzhumaya(Blagoevgrad). Ο ελληνικός στρατός, λόγω εφοδιαστικών προβλημάτων και εξάντλησης από την επίμονη επέλαση, αναγκάστηκε να ανακόψει την πορεία του. Σ’ αυτό το σημείο και οι 2 πλευρές θεώρησαν ότι περαιτέρω παράταση των συγκρούσεων δεν οδηγούσε πουθενά και συμφώνησαν σε ανακωχή. Ρουμανία και Οθωμανική Αυτοκρατορία, επωφελούμενες από τη δύσκολη θέση της Βουλγαρίας, της κήρυξαν τον πόλεμο και προέλασαν χωρίς αντίσταση στο βουλγαρικό έδαφος.

ΣΥΝΘΗΚΗ ΒΟΥΚΟΥΡΕΣΤΙΟΥ(1913) Ο Β’ Βαλκανικός Πόλεμος έληξε με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου(1913) δημιουργώντας μια νέα κατάσταση στα Βαλκάνια. Η Ελλάδα προσάρτησε: Ν Μακεδονία με τη Θεσσαλονίκη, Καβάλα μέχρι τις εκβολές του π. Νέστου, Ν Ήπειρο και Κρήτη. Η συμφιλίωση της ελληνικής με την γερμανική βασιλική οικογένεια μέσω του γάμου του Κωνσταντίνου με την αδελφή του Κάιζερ εξαργυρώθηκε με την προσάρτηση της Καβάλας, όταν στην συνθήκη του Βουκουρεστίου, παρενέβη ο Κάιζερ υπέρ της Ελλάδος. Λίγα χρόνια αργότερα, στην αρχή του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και πριν η Ελλάδα εισέλθει στον πόλεμο στο πλευρό της Entente, η Βουλγαρία θα καταλάβει προκλητικά την πόλη της Καβάλας. Η Σερβία προσάρτησε: Β Μακεδονία με το Μοναστήρι, Σκόπια και Stromnica. Η Βουλγαρία απέκτησε έξοδο στο Αιγαίο μεταξύ Αλεξανδρούπολης και Πόρτο Λάγος, ενώ η Οθωμανική Αυτοκρατορία με την επίθεση στον B’ Βαλκανικό Πόλεμο κράτησε την Α Θράκη μέχρι και την Αδριανούπολη. Η Ρουμανία τακτοποίησε προς όφελος της τις συνοριακές της διαφορές με την Βουλγαρία στην περιοχή της Δοβρουτσάς. Η Αλβανία έγινε ανεξάρτητο κράτος, στο οποίο περιλήφθηκε και η Β Ήπειρος, ύστερα από εντονότατες ιταλικές πιέσεις και απειλές εναντίον της Ελλάδος. Τα νησιά του Αιγαίου αποδόθηκαν στην Ελλάδα ένα χρόνο αργότερα με το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας(13/02/1914). Τα Δωδεκάνησα παρέμειναν προσωρινά(ως το 1947) υπό ιταλική κατοχή.

olympia.gr



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Το ιστολόγιο δεν υιοθετεί και δεν φέρει καμία ευθύνη για τα σχόλια των αναγνωστών του. Πλέον, οι αναγνώστες μπορούν να σχολιάζουν με το λογαριασμό τους στο facebook ή με λογαριασμούς από τα υπόλοιπα κοινωνικά δίκτυα. Τα ανώνυμα σχόλια θα παραμείνουν κλειστά όσο υπάρχουν άτομα που κρύβονται πίσω από την ανωνυμία για να προβοκάρουν και να επιτεθούν σε άλλους σχολιαστές για να επιβάλλουν τις απόψεις τους.